Nα τα πούμε;
#ΚΑΛΑΝΤΑ #ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ (κλασσικά και σύντομα)
https://www.youtube.com/watch?v=6cGXOkgJjPI
Χρόνια πολλά!!
και του χρόνου!!!
Καλά Χριστούγεννα!!!!
Lamprini T.
Nα τα πούμε;
#ΚΑΛΑΝΤΑ #ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ (κλασσικά και σύντομα)
https://www.youtube.com/watch?v=6cGXOkgJjPI
Χρόνια πολλά!!
και του χρόνου!!!
Καλά Χριστούγεννα!!!!
Lamprini T.
Και τώρα, όσο ζω εδώ, συνεχίζω να περπατάω με τα πόδια, συνεχίζω να περπατάω και να σκέφτομαι, να σκέφτομαι και να νιώθω πώς τα πνευματικά μου συναισθήματα αυξάνονται κάθε μέρα δύναμη... Ξέρω τώρα, καταλαβαίνω, Kostya, ότι στην επιχείρησή μας δεν έχει σημασία αν παίζουμε σκηνή ή γραφή - το κύριο πράγμα δεν είναι η φήμη, η λαμπρότητα, όχι αυτό που ονειρευόμουν, αλλά η ικανότητα να αντέξω. Να ξέρεις να σηκώνεις τον σταυρό σου και να πιστεύεις. Πιστεύω και δεν με πληγώνει τόσο πολύ, και όταν σκέφτομαι το δικό μου καλώντας, τότε δεν φοβάμαι τη ζωή.
και η ΠΗΓΗ: https://bibliograf-les.ru/pdf/Chehov_A._Chayka.pdf
Μια σελίδα από το προσχέδιο χειρογράφου της ιστορίας «Η κυρία με τον σκύλο»
(για την ακρίβεια)
όλα πολύ ενδιαφέροντα...
Η μετάφραση καμμιά φορά... απ' ότι βλέπω... είναι αρκετά ελεύθερη...
Lamprini T.
Ὁ πράσινος κῆπος
Πέθανε ο Κώστας Γεωργουσόπουλος με καλλιτεχνικό το Κ. Χ. Μύρης...
Ευχαριστούμε κύριε Γεωργουσόπουλε... Καλή ανάπαυση...
ΠΗΓΗ: https://www.news247.gr/politismos/pethane-o-kostas-georgousopoulos/?utm_source=browser&utm_medium=push-notification&utm_campaign=cleverpush#?cleverPushBounceUrl=https%3A%2F%2Fwww.news247.gr%2F&cleverPushNotificationId=dQD5vE9oytcgjaZbQ
Ο άνθρωπος που είχε συνδεθεί με το θέατρο σχωρέθηκε στα 87 του χρόνια...
Τυχερή που τον είδα σε κάποιο θέατρο, και του είπα συγχαρητήρια...
καλή ανάπαυση...
Lamprini T.
Πέθανε ο συγγραφέας, μεταφραστής και κριτικός θεάτρου Κώστας Γεωργουσόπουλος.
Πέθανε χθες, σε ηλικία 87 ετών, ο κριτικός θεάτρου, μεταφραστής και συγγραφέας Κώστας Γεωργουσόπουλος, γνωστός και με το ψευδώνυμο Κ.Χ. Μύρης. Την τραγική είδηση του θανάτου έκανε γνωστή με ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ο αδερφός του, Βασίλης.
Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος γεννήθηκε στη Λαμία το 1937. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στο Τμήμα Ιστορίας – Αρχαιολογίας, και θέατρο στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών με δασκάλους του τους Δημήτρη Ροντήρη και Γιάννη Σιδέρη.
Εργάστηκε στην ιδιωτική και δημόσια εκπαίδευση ενώ το 1978 ανέλαβε, κατόπιν ανάθεσης του υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, την επιμέλεια του βιβλίου Δραματική ποίηση, που αποτέλεσε επί 25 χρόνια διδακτέα ύλη στα ελληνικά Γυμνάσια. Από το 2003 ήταν πρόεδρος του Κέντρου Μελέτης και Έρευνας του Ελληνικού Θεάτρου – Θεατρικού Μουσείου.
Το βραβευμένο έργο του
Το 2008 τού απενεμήθη το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του και το 2006 το Πανεπιστήμιο Αθηνών, με πρωτοβουλία του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών, τον αναγόρευσε επίτιμο διδάκτορά του.
Το 1986, για το έργο του «Τα μετά το θέατρο», απέσπασε το 1ο Κρατικό Βραβείο δοκιμίου, ενώ για το έργο «Από τον Στρίντμπεργκ και τον Τσέχωφ στον Πιραντέλλο και τον Μπέρτολτ Μπρεχτ» το 1999 βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών.
Για το σύνολο του έργου του έχει τιμηθεί, μεταξύ άλλων, με το Χρυσό Μετάλλιο της Πόλεως των Αθηνών (2000).
Ο “στίβος” της θεατρικής κριτικής
Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος ξεκίνησε το 1971 την θεατρική κριτική από τις στήλες της εφημερίδας «Το Βήμα» και έπειτα συνέχισε στην εφημερίδα «Τα Νέα».
Κριτικά δοκίμια, επιφυλλίδες και σχόλιά του έχουν κυκλοφορήσει στους εξής τόμους: Κλειδιά και κώδικες θεάτρου, Ι, Αρχαίο δράμα, 1982, ΙΙ, Ελληνικό Θέατρο, 1984, Οι πλάγιες ερωτήσεις του Πορφύριου, 1984, Τα μετά το θέατρο, 1985, Προσωπολατρία, 1992, Θίασος Ποικιλιών, 1993, Νήμα της στάθμης, 1996, Παγκόσμιο θέατρο, 1, Από τον Μένανδρο στον Ίψεν, 1998, Παγκόσμιο θέατρο, 2, Από τον Στρίντμπεργκ και τον Τσέχωφ στον Πιραντέλλο και τον Μπρεχτ, 1999, Παγκόσμιο θέατρο, 3, Από τον Μίλλερ στον Μύλλερ, 2000. Κ.Χ.
Κ.Χ. Μύρης
Με το ψευδώνυμο Κ. Χ. Μύρης έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή «Αμήχανον Τέχνημα», 1971, 1980 (μαζί με την «Παράβαση»), τα διηγήματα «Η Καμπάνα – Οδάξ», 1985, και τη συλλογή τραγουδιών τα οποία έχουν μελοποιήσει γνωστοί συνθέτες (Χρονικό, Η μεγάλη αγρυπνία, Ιθαγένεια, Ανεξάρτητα τραγούδια, 1980). Επίσης, με το ίδιο ψευδώνυμο υπογράφει το μεταφραστικό έργο του, που έχει ως άξονα το αρχαίο δράμα.
Από το 1990 δίδασκε ως επιστημονικός συνεργάτης στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει διατελέσει πρόεδρος του Δ.Σ. στο Εθνικό Θέατρο και επί μία εικοσαετία πρόεδρος της Επιτροπής Θεάτρου του Υπουργείου Πολιτισμού.
Έχει μεταφράσει τα ακόλουθα έργα:
Αισχύλος: Ικέτιδες, Ορέστεια, Προμηθέας Δεσμώτης, Επτά επί Θήβας
Σοφοκλής: Ηλέκτρα, Αντιγόνη, Τραχίνιες, Οιδίπους Τύραννος, Οιδίπους επί Κολωνώ, Αίας
Ευριπίδης: Ιφιγένεια εν Αυλίδι, Βάκχες, Ιφιγένεια εν Ταύροις, Εκάβη (τραγωδία), Κύκλωψ (Σατυρικό Δράμα), Ελένη (τραγωδία), Ανδρομάχη, Τρωάδες (τραγωδία)
Αριστοφάνης: Λυσιστράτη, Πλούτος, Θεσμοφοριάζουσες, Εκκλησιάζουσες, Νεφέλες, Ιππής
Μολιέρος: Ταρτούφος
'
Eθνικό Θέατρο, 1995
η παράσταση είναι πολύ σημαντική.. οι ηθοποιοί είναι πολύ σημαντικοί... και το κοινό... ενθουσιώδες...
όλα πολύ καλά...
Βασισμένο στο ομώνυμο έργο της Πηνελόπης Δέλτα...
Lamprini T.
Αγαπητοί φίλοι... ανάμεσα στους ήρωες του θεατρικού έργου "Νίνα 2" της Κάτιας Σπερελάκη, σε σκηνοθεσία Μπάμπη Κλαλιώτη, είναι και ο δικός μου ρόλλος... ο μονόλογος της ΝΙΝΑΣ απ' τον "ΓΛΑΡΟ" του Άντον Τσέχωφ... Θα χαρώ να σάς δω...
Από αυτήν την Πέμπτη 14.11.24, στις 8μιση μμ, στο Θέατρο ΓΚΑΡΑΖ, στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Κορυδαλλού "Μελίνα Μερκούρη", οδός Γρηγορίου Λαμπράκη 159-161, Κορυδαλλός.
Η ΥΠΟΘΕΣΗ: Η ηρωίδα του έργου, μια άνεργη, αποσυρμένη ηθοποιός, ετοιμάζεται να επιστρέψει στη σκηνή. Μπερδεμένη ανάμεσα σε πρόσωπα των ρόλων που έπαιξε ή δεν κατάφερε να παίξει, περιφέρεται στο δωμάτιό της καταφεύγοντας στον καθρέφτη της, στο ποτό, στο τσιγάρο, στις μνήμες της… Αναπολεί τα πρόσωπα που στοίχειωσαν την ζωή της…
Μια παράσταση που φέρνει στην σκηνή πολλούς ήρωες από το κλασσικό και σύγχρονο θέατρο.
Lamprini T.
Αγαπητοί φίλοι... έχουμε την χαρά να σάς προσκαλέσουμε στην παρουσίαση του βιβλίου μου "Οι ιστορίες τους... " στο Πέραμα.
Το ταξείδι του 4ου βιβλίου της Λαμπρινής Χ. Τζούρκα "Οι ιστορίες τους..." που άρχισε από πέρυσι, συνεχίζεται και φέτος. Έτσι, το Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2024 στις 5μμ, σάς υποδεχόμαστε στην καφετέρια Just11 Cafe-Restaurant/Club, στον 1ον όροφο (Λεωφόρος Ειρήνης 138, στο Πέραμα).
Θα έχουμε την ευκαιρία να συζητήσουμε για το βιβλίο... ακούγοντας τραγούδια από την συγγραφέα.
Θα μιλήσουν για το βιβλίο η κυρία Μαρία Κατιρτζόγλου, Πρόεδρος Γ' ΚΑΠΗ Περάματος
και ο κύριος Δημήτρης Κακαζάνης Ειδικός Συνεργάτης Δημάρχου Περάματος.
Η παρουσία σας θα μάς χαροποιήσει ιδιαιτέρως.
Μετά τιμής,
Λαμπρινή Χ. Τζούρκα
και ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΣΟΤΡΑΣ
Αγαπητοί φίλοι... έχουμε την χαρά να σάς προσκαλέσουμε στην παρουσίαση του βιβλίου μου "Οι ιστορίες τους... " στο Πέραμα.
Το ταξείδι του 4ου βιβλίου της Λαμπρινής Χ. Τζούρκα "Οι ιστορίες τους..." που άρχισε από πέρυσι, συνεχίζεται και φέτος. Έτσι, το Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2024 στις 5μμ, σάς υποδεχόμαστε στην καφετέρια Just11 Cafe-Restaurant/Club, στον 1ον όροφο (Λεωφόρος Ειρήνης 138, στο Πέραμα).
Θα έχουμε την ευκαιρία να συζητήσουμε για το βιβλίο... ακούγοντας τραγούδια από την συγγραφέα.
Θα μιλήσουν για το βιβλίο η κυρία Μαρία Κατιρτζόγλου, Πρόεδρος Γ' ΚΑΠΗ Περάματος
και ο κύριος Δημήτρης Κακαζάνης Ειδικός Συνεργάτης Δημάρχου Περάματος.
Η παρουσία σας θα μάς χαροποιήσει ιδιαιτέρως.
Μετά τιμής,
Λαμπρινή Χ. Τζούρκα
και ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΣΟΤΡΑΣ
Αγαπητοί φίλοι... έχουμε την χαρά να σάς προσκαλέσουμε στην παρουσίαση του βιβλίου μου "Οι ιστορίες τους... " στο Πέραμα.
Το ταξείδι του 4ου βιβλίου της Λαμπρινής Χ. Τζούρκα "Οι ιστορίες τους..." που άρχισε από πέρυσι, συνεχίζεται και φέτος. Έτσι, το Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2024 στις 5μμ, σάς υποδεχόμαστε στην καφετέρια Just11 Cafe-Restaurant/Club, στον 1ον όροφο (Λεωφόρος Ειρήνης 138, στο Πέραμα).
Θα έχουμε την ευκαιρία να συζητήσουμε για το βιβλίο... ακούγοντας τραγούδια από την συγγραφέα.
Θα μιλήσουν για το βιβλίο η κυρία Μαρία Κατιρτζόγλου, Πρόεδρος Γ' ΚΑΠΗ Περάματος
και ο κύριος Δημήτρης Κακαζάνης Ειδικός Συνεργάτης Δημάρχου Περάματος.
Η παρουσία σας θα μάς χαροποιήσει ιδιαιτέρως.
Μετά τιμής,
Λαμπρινή Χ. Τζούρκα
και ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΣΟΤΡΑΣ
ετοιμαζόμαστε για την τελευταία μας... παρουσίαση... Οι ιστορίες τους... κλείνουν τον κύκλο τους...
ετοιμαζόμαστε για την τελευταία μας... παρουσίαση... Οι ιστορίες τους... κλείνουν τον κύκλο τους...
Μαλακάση...Τὸ λένε τ᾿ ἀηδονάκια...
ΠΗΓΗ: http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/miltiadhs_malakashs_poems.htm#%CE%A4%CE%9F_%CE%9B%CE%95%CE%9D%CE%95_%CE%A4_%CE%91%CE%97%CE%94%CE%9F%CE%9D%CE%91%CE%9A%CE%99%CE%91
Ἄ! πῶς χτυπᾷ καμιὰ φορὰ τούτ᾿ ἡ καρδιὰ κι ἀναφτερᾷ,
τώρα στὰ γεροντάματα,
σὰ νιὸς νὰ ξαναχαίρομαι φεγγάρι-μέρα, ἀστροφεγγιά,
δύσες, γλυκοχαράματα!
Σὰν ἀπ᾿ τὴν τάξη τὴ μουχλὴ στὸ πατρικό μου νὰ γυρνῶ,
καὶ νἄχω σκόλη τρίμερη,
καὶ νὰ εἶμαι γιὰ τὸ Γαλατᾶ καὶ γιὰ τὸ ἀθάνατο βουνὸ
μὲ τὴν πλαγιὰ τὴν ἥμερη.
Κ᾿ ἐκεῖ, σὰ νὰ μὲ καρτεροῦν γιδάρηδές μου πιστικοί,
πρατάρηδες συντρόφοι μου,
μ᾿ ἄλλους νὰ μπαίνω στὸ λογγὰ κι ἄλλοι ἀπ᾿ τὴν ἄγναντη κορφὴ
νὰ ρίχνουν στὸ πιστρόφι μου.
Κι ἀκόμα, σὰ νἆν᾿ ἕτοιμα, τυρί, μυζήθρα, τὸ σφαχτὸ
καὶ τὸ γλυκὸ τὸ νιώτικο,
κι ἀπὸ σὲ πλατανόφυλλα τὸ κοκκορέτσι τὸ ζεστὸ
καὶ τὸ ρακὶ τ᾿ Ἁηλιώτικο.
Κ᾿ ὕστερα, σὰ νὰ μοῦ κρατοῦν τὴν καλαμάτα στὸ χορὸ
βλαχοῦλες καὶ βλαχόπουλα,
κ᾿ ἐκεῖ ποὺ σειέμαι καὶ λυγῶ καὶ στρίβω καὶ νυχοπατῶ,
νὰ μοῦ φωνάζουν: ὄπουλα! ...
Ἄ! πῶς χτυπάει καμιὰ φορὰ τούτ᾿ ἡ καρδιὰ κι ἀναφτερᾷ,
καὶ πῶς μ᾿ ἀνάβουν τὰ αἵματα,
σὰ νἆμ, ἐκεῖ καὶ τραγουδῶ μὲ τὴ φλογέρα συνοδιά:
«Τὸ λένε τ᾿ ἀηδονάκια στὰ κλεισορέματα...»
Παραδοσιακό τραγούδι από τον Βώλακα Δράμας. Το λένε τ’ αηδονάκια κάτω στα ρέματα, κλέψαν τη Σταματία, γιατί, μαμά, δεν είναι ψέματα. Την πήραν, και την πήγαν στα τούρκικα χωριά, στα παχουλά της χέρια, γιατί, μαμά, της βάλανε κανά. Μπροστά η Σταματία και πίσω η Φατμά
θαυμάσια η βραδυά...
Καλές επιτυχίες σε όλους!!
..... .... ..... .....
"ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΑΡΚΟ ΣΤΟΝ ΜΙΚΗ"/ ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΑΝΝΑΣ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗ
Αγαπημένοι φίλοι,p>
[...]
Φίλε Οπενχάιμερ,
λάβαμε
τις τελευταίες ειδήσεις σας.
Φορτωμένα τις μέρες αυτές, τα ερτζιανά και οι ασύρματοι
πάνε και φέρνουν, σ' όλο τον κόσμο, τη σιωπή και τη θλίψη σας.
Και μεις, άνθρωποι απλοί, όπως κάνουμε πάντοτε,
γνωρίζοντας πως ο πόνος κατοικείται από το Θεό
σηκωθήκαμε ορθοί και κρατήσαμε
σιγή πέντε λεπτών μπρος τη θλίψη σας,
με σκυμμένα τα πρόσωπα
και σταυρωμένα τα χέρια μας.
Αλλά, φίλε Οπενχάιμερ, όχι·
δεν προσθέσατε τίποτα στην καρδιά μας. Η πράξη σας
έμεινε πράξη. Η σελίδα σας έκλεισε.
Τ' ανάλαφρο σαν αστέρι όνομά σας
έγινε στάχτη στη Χιροσίμα.
Σε τί θα ωφελούσε ν' αφήσουμε τώρα
την καρδιά μας αδέσποτη κάτω απ' τα δάκρυά μας;
Σε τί θα ωφελούσε να κάτσουμε δίπλα σας
αντίκρυ στο σύμπαν; Σας παραδίνουμε στη
μακροθυμία των αιώνων κι ευχόμαστε
ν' αξιωθείτε τη χάρη της.
Τί να σας κάνουμε; Πού
να σας κρύψουμε; Όπου
κι αν σας βάλει κανείς
σαν πύργος πανύψηλος
θα κρύβετε πάντοτε
ένα μέρος του ήλιου.
Δεν είναι στο χέρι μας.
Δεν υπάρχει πια δέντρο να καθίστε στη ρίζα του.
Η στέγη του σύμπαντος δεν θα σας ήθελε.
Εμείς, άνθρωποι απλοί, που ο Θεός μάς γυρίζει τα φύλλα των ημερών,
που λογαριάζουμε τη ζωή μας με την ανατολή του ηλίου
που υπογράφουμε στην καθαρή μας καρδιά τα πεπραγμένα μας με τη δύση του,
που αγαπάμε το χώμα και το σύννεφο του ουρανού,
γιατί μαζί με τον άνεμο και την παρεμβολή του φωτός,
μεγαλώνουν τα στάχυα στο μικρό μας ορίζοντα,
σας εγκαλούμε: Ακούστε μας!
Δεν έτυχε, φίλε Οπενχάιμερ, ποτέ, να σκεφθείτε με πόσα
δάκρυα φτιαχτήκαν οι κήποι του κόσμου;
Δεν είχατε δάκρυα να μετρήσετε;
Δεν σας φτάναν οι αριθμοί για την εξίσωση της αλήθειας;
Ποτέ δεν σταθήκατε, μόνος προς μόνον, αντίκρυ στα μάτια μας
κι αντίκρυ στο θαύμα του χεριού τ' αδερφού σας;
Πώς σας διέφυγε,
φίλε Οπενχάιμερ,
—ένα σύνολο από
μικρά και μεγάλα
θαύματα— ο άνθρωπος;
Από μας και για μας ξεκινούν οι οδοί και τα έργα του σύμπαντος. Χωρίς εντολή
πώς τολμήσατε, φίλε Οπενχάιμερ;
Χωρίς συγκατάθεση
είσαστε όλοι παράνομοι
κάτω απ' τον ήλιο...
[...]
Φίλε Οπενχάιμερ, βάζοντας τ' αυτί σας στο χώμα,
στο βάρος, στο βάρος, στο βάρος που υπάρχει σ' ένα ψίχουλο άμμου, θ' ακούσατε
τη διπλή του βοή. Μοιρασμένο το φως και το σκότος στα βάθη του,
το καθένα τους χωριστά, περιμένουν. Το φως
περιμένει το χέρι μας. Το σκότος το λάθος μας.
«Προσέξετε! Φίλοι προσέξετε!»
Δεν ακούσατε, φίλε Οπενχάιμερ,
που σας φώναζε κάποιος; Δεν τον είχατε ακούσει ποτέ;
Δεν γνωρίσατε τη φωνή της αγάπης;
Κ' έτσι γίνατε θάνατος! Κ' έτσι γίνατε τρόμος!
Μάνα μας! Μάνα μας!
Θεέ μου,
τι την ήθελες πλάι στην καρδιά την προδοσία του Πνεύματος;
*
«Ρόμπερτ Οπενχάιμερ!»
Δεν έχετε ούτε τη δύναμη
να φωνάξτε, παρών;
Σήκω απάνω κατηγορούμενε!
Ρόμπερτ Οπενχάιμερ!
Δεν κρίνεσαι. Κρίθηκες.
Καταδικάστηκες τελεσίδικα:
να κρίνεσαι πάντοτε, υπόδικος ως
το τελευταίο λυκόφως.
[...]
Προσέξτε με, όχι, είμαι αυτός που επέζησε, φίλε Οπενχάιμερ!
Τα χέρια μου και τα πόδια μου τα 'χω ξεθάψει απ' τη Χιροσίμα.
Τα χείλη μου γίνηκαν σκόνη και πέσανε.
Μόνο το στόμα μου έμεινε ν' ανοιγοκλείνει.
Τ' άσπρο μου σαν ασβεστωμένο πρόσωπο,
δε μπορεί πια να κλάψει, να γελάσει, να 'χει ένα όνομα.
Δε μπορεί πια Ρομπέρτ! Κοίταξέ με καλύτερα.
Δυσκολεύεσαι ακόμη; Ρομπέρτ, δε με γνώρισες; Ο αδελφός σας Ρομπέρτ! Είμαι εγώ, ο αδελφός σας,
που σας ζύμωσα το ψωμί και το ξέρατε.
Που σας ύφανα και το ξέρατε, που σας τα 'δωσα όλα,
που σας έχτισα τ' αργαστήρι σας με παράθυρα στον ουρανό,
να μελετάτε τον ήλιο, να ψάχνετε
το βάθος του κόσμου, να στοχάζεστε άνετα.
Κ' εσείς, αντί να παρακάμψετε τη νύχτα,
να φυλαχτείτε από τη Σκύλλα κι απ' τη Χάρυβδη,
που καιροφυλαχτούν ανάμεσα στις μεταμφιεσμένες συμπληγάδες,
αφήσατε ανοιχτές τις πόρτες του εργαστηρίου σας
και μπήκε μέσα αυτό το μαύρο σκυλί ο Μεφιστοφελής κ' έκατσε δίπλα σας
κι αφήσατε τα χέρια σας μες τα δικά του
και ψαλιδίζατε το φως
και μαστορεύατε στο σκοτάδι.
Τί θέλετε, φίλε Οπενχάιμερ. Τί γυρεύετε τώρα; Δεν έχει, δεν έχει!
Τα μάθαμε όλα: πως φτιάξατε ένα κελί από τύψεις και κλειστήκατε μέσα,
πως περνάτε τις μέρες σας κλαίγοντας.
Πως το κορμί σας ταράζεται τώρα, σαν ένας
μικρός χωματόλοφος σε ώρα σεισμού. Τα μάθαμε όλα.
Αδιάφορο. Εμείς ήρθαμε να χορέψουμε.
Σαν από χρέος θεϊκό ήρθαμε να σας βασανίσουμε,
γιατί ο κόσμος είναι όμορφος, ο ουρανός στάζει φως,
και σεις, σημαδέψατε στην καρδιά την ημέρα του κόσμου.
Δε σας μιλώ από ένα άλλο αστέρι,
σας φωνάζω απ' το παράθυρο του αδελφού σας,
έχω μπει στην ψυχή σας και περπατώ πέρα - δώθε...
Τα σιδερένια παπούτσια μου βουλιάζουνε, τρίζουν
τα καρφιά τους στα νεύρα σας, ματώνουν, ενώ
ένα κοπάδι καρκίνοι με μαύρες δαγκάνες,
βόσκουν αμέριμνοι στο λιβάδι της.
[...]
Τόσο ψηλά που ανεβήκατε, φίλε Οπενχάιμερ,
και ποτέ σας δε στρέψατε πίσω; Δεν είδατε
το μακρύ δρόμο κάτω από το χρόνο
που ο πρόγονός σας διάσχισε παλεύοντας; Δεν είδατε
τους λύκους πλάι του; Πάνω του τις καταιγίδες;
Σε παραγκάκια, σε καλύβια, σε σπηλιές, απ' τον καιρό της φωτιάς,
σ' εκατομμύρια εργαστήρια τα χέρια του ξεκοκκίζοντας το σκοτάδι,
περάσανε τη ρόδα του κόσμου από χίλιους σταθμούς,
την ξεκινήσανε απ' τον πηλό, την ανεβάσανε στα ηλεκτρόνια,
τη φέραν στα χέρια σας για την άλλη συνέχεια και σεις,
σα να μην είμαστε, φίλε Οπενχάιμερ, παρά
λίγη άμμος στη φούχτα σας,
μας τα φέρατε ανάποδα όλα, τους πάγκους, τα λουριά μας, τις χύτρες μας,
τον ιδρώτα μας, το αίμα μας, όλα. Δεν είδατε, φίλε Οπενχάιμερ,
το γέρο τεχνίτη των αιώνων που καθόταν εκεί
σε μια γωνιά λυπημένος; Δεν είδατε
τα σεβάσμιά του γένια που πήγαιναν κ' έρχονταν τρέμοντας
όπως σήκωνε την ποδιά να σκουπίσει τα μάτια του;
Δεν είδατε το Δημόκριτο που κούνησε το κεφάλι του
σα να σάλεψε ένα αστέρι; Τους παραγιούς της σοφίας
που είχαν όλοι τους σκύψει περίλυποι γύρω απ' την πρώτη σας έκρηξη;
Καταλαβαίνετε, φίλε Οπενχάιμερ.
Το νερό που διψάτε δεν υπάρχει πια εδώ.
[...]
Τι μας χρειάζονται οι μαρτυρίες; Την έχουμε την απολογία σας.
Μας την είπατε την αλήθεια σας. Μας τη δείξατε την αλήθεια σας.
Συννεφιές αναμμένες γυρίζουν από έρημο σε έρημο,
αναζητώντας ανθισμένες κερασιές, πόλεις αμέριμνες,
παιδιά που παίζουν στις αυλές, στα πάρκα και στα λιβάδια,
μητέρες που στολίζουνε το δέντρο των Χριστουγέννων.
Μάρτυρας το άγριο τούτο πένθος, που επικάθεται
τις ώρες αυτές στον πλανήτη μας
που περνά μέσα στις αχτίνες του ήλιου και τις συννεφιάζει,
που το σηκώνουμε και μας γονατίζει,
που αν δοκιμάσεις να το ειπείς σου σκίζει τη φωνή,
που αν δοκιμάσεις να το γράψεις σου σκορπίζει τα δάχτυλα,
που πέφτει σαν μια τσεκουριά στους αιώνες: Σκεπασμένη
μ' ένα τραπεζομάντηλο μαύρο της επιστήμης
η Άγια Τράπεζα πενθεί· κ' εσείς σκυμμένος
με σωριασμένο πάνω της το πρόσωπό σας,
κλαίτε κι ονειρευόσαστε να μην είχατε γεννηθεί,
ενώ το στήθος σας φέγγει (μυριάδες κεριά,
του κάκου στο βάθος σας προσπαθούν να φωτίσουν
τις γωνιές της ψυχής σας, αναμμένα απ' τη θλίψη σας).
Κλαίτε, φίλε Οπενχάιμερ; Περιμένετε τίποτα; Όχι.
Όχι, φίλε Οπενχάιμερ, δε θα σας αφήσουμε
να ξαναβγείτε πια ποτέ μες απ' αυτόν το νεκροθάλαμο.
[...]
Ελπίζω ακόμη ωστόσο σ' αυτό που μου μένει.
Να πάρω ανάμεσα στα χέρια μου το κεφάλι του συνανθρώπου μας
να βρέξουνε τα μάτια μου, όλη τους τη βροχή, στο πρόσωπό του,
να βγάλω αυτή τη βιολετιά μαντίλα της ψυχής μου,
να διπλώσω τ' άγιο σώμα του πάνω στα γόνατά μου —
(ω, δε θα σας κατηγορήσω άλλο πια!)
Φίλε Οπενχάιμερ, όλοι
έχουμε ανάγκη από τη συγγνώμη του.
[πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, Τα ποιήματα, τ. Α΄. Με ένα σχέδιο του Επαμεινώνδα Λιώκη, Τρία Φύλλα, Αθήνα 1981, σ. 227-239]
Η αγαπητή μας Καρμέλα -γιαγιά Αντιγόνη... (Σώρρου) σχωρέθηκε
Παρουσίασε το βιβλίο μου, συναντηθήκαμε για καφέ κλπ